Home Λαογραφία Τα καλικαντζαρούδια και τα μικίκια

Τυχαία Εικόνα

mod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_counter
mod_vvisit_counterToday81
mod_vvisit_counterYesterday121
mod_vvisit_counterThis week256
mod_vvisit_counterLast week2074
mod_vvisit_counterThis month2404
mod_vvisit_counterLast month4135
mod_vvisit_counterAll days116041

Έχουμε: 80 επισκέπτες συνδεδεμένους
Your IP: 54.234.255.29
 , 
Today: Δεκ 12, 2017

Login



PDF Εκτύπωση E-mail

Τα καλικαντζαρούδια και τα μικίκια

Παραμονές Χριστουγέννων κάπου στα 1950…Η γιαγιά Δόμνα, νέα κοπέλα τότε, ζύμωσε το ψωμί κι ετοίμασε και μια πιατέλα μικίκια*, απαραίτητα όλο το Δωδεκαήμερο σε κάθε θρακιώτικο νοικοκυριό που σέβεται τον εαυτό του, νηστήσιμα και χορταστικά. Αφού τα περίχυσε με το μέλι και τα πασπάλισε με το χοντροκοπανισμένο καρύδι, τα άφησε πάνω στην πυροστιά, στο σβησμένο τζάκι και βγήκε έξω απ’ το σπίτι για δουλειές.

Το κλειδί… Α! Το κλειδί δεν υπήρχε περίπτωση να το ξεχάσει! Κλείδωσε την πόρτα και το’ βαλε στην τσέπη της. Δεν φοβόταν η γυναίκα για κλέφτες, προς Θεού! Φοβόταν μην μπει μέσα ο μεγάλος της γιος, και τον έχει ικανό να φάει όλη την πιατέλα! Τα παιδιά της παίζουν ανέμελα κάπου στη γειτονιά, κάπου μες στο χωριό, όπως όλα τα συνομήλικά τους…Οι μεγάλοι στις ατέλειωτες δουλειές τους, στα ζώα, στο μπαξέ…Μπαίνει βιαστική, για μια δουλειά μέσα στο σπίτι. Η πιατέλα με τα μικίκια μέχρι τη μέση! Σταυροκοπιέται.

-Χριστός κι Απόστολος!

Κλειδώνει πάλι το σπίτι και τρέχει στον άντρα της.

-Δημοστέλ’, Δημοστέλ’! Καλ’καντζάρια, Δημοστέλ’!

-Άντε μαρή, μέρα μεσημέρ’;

-Έφαγαν τα μικίκια, τα μισά!

-Μήπως δεν τα μέτρησες καλά;

-Έλα να διείς. Μια πιατέλα γιομάτη έκαμα.

Μπαίνουν στο σπίτι. Ψάχνουν να βρουν κρυμμένο κανένα παιδί, καμιά γάτα, τίποτα! Τα μικίκια στην πιατέλα ακόμη λιγότερα.

-Κι ύστερα λένε, δεν υπάρχουν καλικαντζάρια!

-Κλείδωσες που βγήκες όξω;

-Βρε, κλείδωσα!

Βγαίνουν έξω να συνεχίσουν τις δουλειές τους, τι να κάνουν;

Ψηλά στην κεραμοσκεπή του προσφυγικού χαμόσπιτου, τους κοιτάζουν δυο ζευγάρια μάτια που γυαλίζουν από ευχαρίστηση! Δεν πρόκειται βεβαίως για καλικαντζαρούδια. Είναι δυο αγόρια ξαπλωμένα στα κεραμίδια: Ο δεκάχρονος γιος τους Θεοχάρης, παπαδάσκαλος τώρα, και ο καλύτερός του φίλος, ο Θανάσης, χρόνια πια, ξενιτεμένος στον Καναδά.

-Θεοχάρ’ έφυγαν, πάμε!

Κατεβάζουν από την καμινάδα ένα σύρμα μ’ ένα τσιγκέλι στην άκρη.

-Όπα, το κάρφωσα, τραβάμε!

Τραβούν το σύρμα, μ’ ένα μικίκι γαντζωμένο στην άκρη.

-Ποιανού σειρά ήτανε;

-Θ’κή μ’*.

Έτσι ήσυχα κι ωραία, φάγαν όλα τα μικίκια. Μια ο ένας, μια ο άλλος, με τη σειρά. Μέχρι που φτάσαν στο τελευταίο. Εκεί υπήρξε διαφωνία.

-Είναι σειρά μ’ να φάω το μικίκ’.

-Θ’κά μας είναι τα μικίκια, εγώ θα το φάω.

Η διαφωνία έγινε διένεξη κι η διένεξη μάχη. Τα βλέμματα της γειτονιάς στράφηκαν στα κεραμίδια!

Ο μπαρμπα- Δημοστένης τους κατέβασε άρον-άρον, κι αφού ξυλοφόρτωσε το γιο του, τον κρέμασε από το τσιγγέλι για τιμωρία! Ο δε Θανάσης, όπου φύγει- φύγει.

-Μαρ’ διε* το πώς π’ λαλεί*! θάμαξε η γειτονιά.

 Έτσι άδοξα, λύθηκε ένα μυστήριο που φόρτωνε άλλη μια σκανταλιά, στα καημένα τα καλικαντζαρούδια!

                                                                               

*μικίκια= οι λουκουμάδες στο θρακιώτικο ιδίωμα, φτιαγμένοι από χυλό με αλεύρι, μαγιά και νερό, και πασπαλισμένοι με μέλι ή ζάχαρη και καρύδια, απαραίτητοι στη νηστεία των Χριστουγέννων και της Σαρακοστής.

*θ’κή μ’= δική μου 

*διε= ιδέ, δες

*π’λαλεί= πηλαλεί, τρέχει

 Πεύκα 21/12/09