KΟΙTETAI ΞΕΝΟΣ, ΚΟΙΤΕΤΑΙ PDF Εκτύπωση E-mail

Κοίτεται ξένος κοίτεται, κοίτεται και λυπιέται.

Μάνα δεν εχ' να τον ιδεί, κύρη να τον λυπάται.

Μονάχα τρεις γειτόνισσες κι οι τρείς καρδιοκαμένες.

Η μια τον πάει κρύο νερό κι άλλ' αφράτο μήλο,

κι η τρίτη η μικρότερη, τον πάει μοσχοσταφύλι.

-Σήκω ξένε μ', να φας, να πιείς, σήκω να κουβεντιάσεις.

-Εγώ σας λέγω δεν μπορώ κι εσείς με λέτε σήκω.

Για πιάστε με, σηκώστε με και βάλτε με να κάτσω.

Και φέρτε τη φυλλάδα μου και τ' αργυρό κοντύλι,

να γράψω τρεις λιανές γραφές, κι οι τρείς χαροκαμένες.

Τη μια στείλτε στη μάνα μου, τη μια στην αδερφή μου,

την τρίτη τη φαρμακερή, στείλτε τη στην καλή μου.