ΤΗΣ ΑΝΝΟΥΣ PDF Εκτύπωση E-mail

Θέριζ' η Άννου μοναχή, στην άκρα που του δρόμου,

περνούν Τούρκοι, περνούν Ρουμιοί και δεν τσ' καλημερνάει.

Περνούνε κι οι κατσίβελοι και την καλημερνάνε,

κι αυτή δεν τσ' καλημέρισε, να τσ' πει την καλημέρα.

Κι οι κατσιβέλοι θύμωσαν κι ούλοι πισωγυρίσαν

κι τ'ν άρπαξαν, κι τ'ν έσυραν, κι αυτή σκούζ' και φωνάζει.

Κάνας και δεν την άκουσε, κάνας δεν την ακούει,

ουδί      Τούρκους, ουδί Ρουμιός, ουδί κάνας δικός της.

Στα κάπουλα την έρξαν κι στου χουριό τς την πήγαν.

 

Τρία χρόνια την ήλιαζαν στον ήλιο, στο φεγγάρι,

το χρώμα να τ'ν αλλάξουνε κατσ'βέλλα να την κάμουν.

Τον τρίτο χρόνο πιάνουνε την δίνουν το δισάκι,

και στα χωριά την στέλνουνε να πάει να ζητιανέψει.

Από χωριό και σε χωριό, πάει και στο χωριό της,

πάει και στη μανούλα της, στην πόρτα στέκ' και λέγει:

-Σήκω κυρά μ' διακόνισε απ' τς Άννους τα πουκάμ'σα!

Σήκω κυρά μ' διακόνισε απ' τς Άννους τις μπριστίλκες!

Σήκω κυρά μ' διακόνισε τς Αννούλας σου τις τσούκνες!

 

Σαν τ' άκουσε μανούλα της πααίνει και την λέγει:

-Πού ξέρεις μαύρη γύφτισσα, οπού'χα γω Αννούλα.

Εγώ είμαι μάνα η Άννου σου, κοίτα και γνώρισέ με.

Κι αγκαλιαστήκαν ζωντανοί, χωρίσ'καν πεθαμένοι.

 

Αφήγηση, Δεληστογιάννη Μαρία, γεννηθείσα στο Καβακλί της Βόρειας Θράκης το 1904, κάτοικος Ξυλαγανής Ροδόπης.

 

μπριστίλκα=Η υφαντή ποδιά της περιοχής, από μαλλί, σε κόκκινο συνήθως χρώμα, και σχέδια υφασμένα σε κάθετη διάταξη.

τσούκνα=  Το υφαντό  μαύρο φόρεμα της ενδυμασίας της περιοχής του Καβακλί, με κεντήματα στο στήθος και στον ποδόγυρο, και κάθετες πτυχώσεις, που φο-

ρούσαν πάνω από το πουκάμισο.

δισάκι = Υφαντή τσάντα με δύο σάκους

πουκάμισο= υφαντό φόρεμα,λευκό με σκούρα μπλε μανίκια και κεντήματα στην τραχηλιά , στα μανίκια και στον ποδόγυρο, που φορούσαν οι γυναίκες κάτω α-

πό την τσούκνα.

Θέριζ' η Άννου μοναχή, στην άκρα που του δρόμου,

περνούν Τούρκοι, περνούν Ρουμιοί και δεν τσ' καλημερνάει.

Περνούνε κι οι κατσίβελοι και την καλημερνάνε,

κι αυτή δεν τσ' καλημέρισε, να τσ' πει την καλημέρα.

Κι οι κατσιβέλοι θύμωσαν κι ούλοι πισωγυρίσαν

κι τ'ν άρπαξαν, κι τ'ν έσυραν, κι αυτή σκούζ' και φωνάζει.

Κάνας και δεν την άκουσε, κάνας δεν την ακούει,

ουδί      Τούρκους, ουδί Ρουμιός, ουδί κάνας δικός της.

Στα κάπουλα την έρξαν κι στου χουριό τς την πήγαν.

 

Τρία χρόνια την ήλιαζαν στον ήλιο, στο φεγγάρι,

το χρώμα να τ'ν αλλάξουνε κατσ'βέλλα να την κάμουν.

Τον τρίτο χρόνο πιάνουνε την δίνουν το δισάκι,

και στα χωριά την στέλνουνε να πάει να ζητιανέψει.

Από χωριό και σε χωριό, πάει και στο χωριό της,

πάει και στη μανούλα της, στην πόρτα στέκ' και λέγει:

-Σήκω κυρά μ' διακόνισε απ' τς Άννους τα πουκάμ'σα!

Σήκω κυρά μ' διακόνισε απ' τς Άννους τις μπριστίλκες!

Σήκω κυρά μ' διακόνισε τς Αννούλας σου τις τσούκνες!

 

Σαν τ' άκουσε μανούλα της πααίνει και την λέγει:

-Πού ξέρεις μαύρη γύφτισσα, οπού'χα γω Αννούλα.

Εγώ είμαι μάνα η Άννου σου, κοίτα και γνώρισέ με.

Κι αγκαλιαστήκαν ζωντανοί, χωρίσ'καν πεθαμένοι.

 

Αφήγηση, Δεληστογιάννη Μαρία, γεννηθείσα στο Καβακλί της Βόρειας Θράκης το 1904, κάτοικος Ξυλαγανής Ροδόπης.

 

μπριστίλκα=Η υφαντή ποδιά της περιοχής, από μαλλί, σε κόκκινο συνήθως χρώμα, και σχέδια υφασμένα σε κάθετη διάταξη.

τσούκνα=  Το υφαντό  μαύρο φόρεμα της ενδυμασίας της περιοχής του Καβακλί, με κεντήματα στο στήθος και στον ποδόγυρο, και κάθετες πτυχώσεις, που φο-

ρούσαν πάνω από το πουκάμισο.

δισάκι = Υφαντή τσάντα με δύο σάκους

πουκάμισο= υφαντό φόρεμα,λευκό με σκούρα μπλε μανίκια και κεντήματα στην τραχηλιά , στα μανίκια και στον ποδόγυρο, που φορούσαν οι γυναίκες κάτω α-

πό την τσούκνα.

Θέριζ' η Άννου μοναχή, στην άκρα που του δρόμου,

περνούν Τούρκοι, περνούν Ρουμιοί και δεν τσ' καλημερνάει.

Περνούνε κι οι κατσίβελοι και την καλημερνάνε,

κι αυτή δεν τσ' καλημέρισε, να τσ' πει την καλημέρα.

Κι οι κατσιβέλοι θύμωσαν κι ούλοι πισωγυρίσαν

κι τ'ν άρπαξαν, κι τ'ν έσυραν, κι αυτή σκούζ' και φωνάζει.

Κάνας και δεν την άκουσε, κάνας δεν την ακούει,

ουδί      Τούρκους, ουδί Ρουμιός, ουδί κάνας δικός της.

Στα κάπουλα την έρξαν κι στου χουριό τς την πήγαν.

 

Τρία χρόνια την ήλιαζαν στον ήλιο, στο φεγγάρι,

το χρώμα να τ'ν αλλάξουνε κατσ'βέλλα να την κάμουν.

Τον τρίτο χρόνο πιάνουνε την δίνουν το δισάκι,

και στα χωριά την στέλνουνε να πάει να ζητιανέψει.

Από χωριό και σε χωριό, πάει και στο χωριό της,

πάει και στη μανούλα της, στην πόρτα στέκ' και λέγει:

-Σήκω κυρά μ' διακόνισε απ' τς Άννους τα πουκάμ'σα!

Σήκω κυρά μ' διακόνισε απ' τς Άννους τις μπριστίλκες!

Σήκω κυρά μ' διακόνισε τς Αννούλας σου τις τσούκνες!

 

Σαν τ' άκουσε μανούλα της πααίνει και την λέγει:

-Πού ξέρεις μαύρη γύφτισσα, οπού'χα γω Αννούλα.

Εγώ είμαι μάνα η Άννου σου, κοίτα και γνώρισέ με.

Κι αγκαλιαστήκαν ζωντανοί, χωρίσ'καν πεθαμένοι.

 

Αφήγηση, Δεληστογιάννη Μαρία, γεννηθείσα στο Καβακλί της Βόρειας Θράκης το 1904, κάτοικος Ξυλαγανής Ροδόπης.

 

μπριστίλκα=Η υφαντή ποδιά της περιοχής, από μαλλί, σε κόκκινο συνήθως χρώμα, και σχέδια υφασμένα σε κάθετη διάταξη.

τσούκνα=  Το υφαντό  μαύρο φόρεμα της ενδυμασίας της περιοχής του Καβακλί, με κεντήματα στο στήθος και στον ποδόγυρο, και κάθετες πτυχώσεις, που φο-

ρούσαν πάνω από το πουκάμισο.

δισάκι = Υφαντή τσάντα με δύο σάκους

πουκάμισο= υφαντό φόρεμα,λευκό με σκούρα μπλε μανίκια και κεντήματα στην τραχηλιά , στα μανίκια και στον ποδόγυρο, που φορούσαν οι γυναίκες κάτω α-

πό την τσούκνα.

Θέριζ' η Άννου μοναχή, στην άκρα που του δρόμου,

περνούν Τούρκοι, περνούν Ρουμιοί και δεν τσ' καλημερνάει.

Περνούνε κι οι κατσίβελοι και την καλημερνάνε,

κι αυτή δεν τσ' καλημέρισε, να τσ' πει την καλημέρα.

Κι οι κατσιβέλοι θύμωσαν κι ούλοι πισωγυρίσαν

κι τ'ν άρπαξαν, κι τ'ν έσυραν, κι αυτή σκούζ' και φωνάζει.

Κάνας και δεν την άκουσε, κάνας δεν την ακούει,

ουδί      Τούρκους, ουδί Ρουμιός, ουδί κάνας δικός της.

Στα κάπουλα την έρξαν κι στου χουριό τς την πήγαν.

 

Τρία χρόνια την ήλιαζαν στον ήλιο, στο φεγγάρι,

το χρώμα να τ'ν αλλάξουνε κατσ'βέλλα να την κάμουν.

Τον τρίτο χρόνο πιάνουνε την δίνουν το δισάκι,

και στα χωριά την στέλνουνε να πάει να ζητιανέψει.

Από χωριό και σε χωριό, πάει και στο χωριό της,

πάει και στη μανούλα της, στην πόρτα στέκ' και λέγει:

-Σήκω κυρά μ' διακόνισε απ' τς Άννους τα πουκάμ'σα!

Σήκω κυρά μ' διακόνισε απ' τς Άννους τις μπριστίλκες!

Σήκω κυρά μ' διακόνισε τς Αννούλας σου τις τσούκνες!

 

Σαν τ' άκουσε μανούλα της πααίνει και την λέγει:

-Πού ξέρεις μαύρη γύφτισσα, οπού'χα γω Αννούλα.

Εγώ είμαι μάνα η Άννου σου, κοίτα και γνώρισέ με.

Κι αγκαλιαστήκαν ζωντανοί, χωρίσ'καν πεθαμένοι.

 

Αφήγηση, Δεληστογιάννη Μαρία, γεννηθείσα στο Καβακλί της Βόρειας Θράκης το 1904, κάτοικος Ξυλαγανής Ροδόπης.

 

μπριστίλκα=Η υφαντή ποδιά της περιοχής, από μαλλί, σε κόκκινο συνήθως χρώμα, και σχέδια υφασμένα σε κάθετη διάταξη.

τσούκνα=  Το υφαντό  μαύρο φόρεμα της ενδυμασίας της περιοχής του Καβακλί, με κεντήματα στο στήθος και στον ποδόγυρο, και κάθετες πτυχώσεις, που φο-

ρούσαν πάνω από το πουκάμισο.

δισάκι = Υφαντή τσάντα με δύο σάκους

πουκάμισο= υφαντό φόρεμα,λευκό με σκούρα μπλε μανίκια και κεντήματα στην τραχηλιά , στα μανίκια και στον ποδόγυρο, που φορούσαν οι γυναίκες κάτω α-

πό την τσούκνα.

Θέριζ' η Άννου μοναχή, στην άκρα που του δρόμου,

περνούν Τούρκοι, περνούν Ρουμιοί και δεν τσ' καλημερνάει.

Περνούνε κι οι κατσίβελοι και την καλημερνάνε,

κι αυτή δεν τσ' καλημέρισε, να τσ' πει την καλημέρα.

Κι οι κατσιβέλοι θύμωσαν κι ούλοι πισωγυρίσαν

κι τ'ν άρπαξαν, κι τ'ν έσυραν, κι αυτή σκούζ' και φωνάζει.

Κάνας και δεν την άκουσε, κάνας δεν την ακούει,

ουδί      Τούρκους, ουδί Ρουμιός, ουδί κάνας δικός της.

Στα κάπουλα την έρξαν κι στου χουριό τς την πήγαν.

 

Τρία χρόνια την ήλιαζαν στον ήλιο, στο φεγγάρι,

το χρώμα να τ'ν αλλάξουνε κατσ'βέλλα να την κάμουν.

Τον τρίτο χρόνο πιάνουνε την δίνουν το δισάκι,

και στα χωριά την στέλνουνε να πάει να ζητιανέψει.

Από χωριό και σε χωριό, πάει και στο χωριό της,

πάει και στη μανούλα της, στην πόρτα στέκ' και λέγει:

-Σήκω κυρά μ' διακόνισε απ' τς Άννους τα πουκάμ'σα!

Σήκω κυρά μ' διακόνισε απ' τς Άννους τις μπριστίλκες!

Σήκω κυρά μ' διακόνισε τς Αννούλας σου τις τσούκνες!

 

Σαν τ' άκουσε μανούλα της πααίνει και την λέγει:

-Πού ξέρεις μαύρη γύφτισσα, οπού'χα γω Αννούλα.

Εγώ είμαι μάνα η Άννου σου, κοίτα και γνώρισέ με.

Κι αγκαλιαστήκαν ζωντανοί, χωρίσ'καν πεθαμένοι.

 

Αφήγηση, Δεληστογιάννη Μαρία, γεννηθείσα στο Καβακλί της Βόρειας Θράκης το 1904, κάτοικος Ξυλαγανής Ροδόπης.

 

μπριστίλκα=Η υφαντή ποδιά της περιοχής, από μαλλί, σε κόκκινο συνήθως χρώμα, και σχέδια υφασμένα σε κάθετη διάταξη.

τσούκνα=  Το υφαντό  μαύρο φόρεμα της ενδυμασίας της περιοχής του Καβακλί, με κεντήματα στο στήθος και στον ποδόγυρο, και κάθετες πτυχώσεις, που φο-

ρούσαν πάνω από το πουκάμισο.

δισάκι = Υφαντή τσάντα με δύο σάκους

πουκάμισο= υφαντό φόρεμα,λευκό με σκούρα μπλε μανίκια και κεντήματα στην τραχηλιά , στα μανίκια και στον ποδόγυρο, που φορούσαν οι γυναίκες κάτω α-

πό την τσούκνα.

Θέριζ' η Άννου μοναχή, στην άκρα που του δρόμου,

περνούν Τούρκοι, περνούν Ρουμιοί και δεν τσ' καλημερνάει.

Περνούνε κι οι κατσίβελοι και την καλημερνάνε,

κι αυτή δεν τσ' καλημέρισε, να τσ' πει την καλημέρα.

Κι οι κατσιβέλοι θύμωσαν κι ούλοι πισωγυρίσαν

κι τ'ν άρπαξαν, κι τ'ν έσυραν, κι αυτή σκούζ' και φωνάζει.

Κάνας και δεν την άκουσε, κάνας δεν την ακούει,

ουδί      Τούρκους, ουδί Ρουμιός, ουδί κάνας δικός της.

Στα κάπουλα την έρξαν κι στου χουριό τς την πήγαν.

 

Τρία χρόνια την ήλιαζαν στον ήλιο, στο φεγγάρι,

το χρώμα να τ'ν αλλάξουνε κατσ'βέλλα να την κάμουν.

Τον τρίτο χρόνο πιάνουνε την δίνουν το δισάκι,

και στα χωριά την στέλνουνε να πάει να ζητιανέψει.

Από χωριό και σε χωριό, πάει και στο χωριό της,

πάει και στη μανούλα της, στην πόρτα στέκ' και λέγει:

-Σήκω κυρά μ' διακόνισε απ' τς Άννους τα πουκάμ'σα!

Σήκω κυρά μ' διακόνισε απ' τς Άννους τις μπριστίλκες!

Σήκω κυρά μ' διακόνισε τς Αννούλας σου τις τσούκνες!

 

Σαν τ' άκουσε μανούλα της πααίνει και την λέγει:

-Πού ξέρεις μαύρη γύφτισσα, οπού'χα γω Αννούλα.

Εγώ είμαι μάνα η Άννου σου, κοίτα και γνώρισέ με.

Κι αγκαλιαστήκαν ζωντανοί, χωρίσ'καν πεθαμένοι.

 

Αφήγηση, Δεληστογιάννη Μαρία, γεννηθείσα στο Καβακλί της Βόρειας Θράκης το 1904, κάτοικος Ξυλαγανής Ροδόπης.

 

μπριστίλκα=Η υφαντή ποδιά της περιοχής, από μαλλί, σε κόκκινο συνήθως χρώμα, και σχέδια υφασμένα σε κάθετη διάταξη.

τσούκνα=  Το υφαντό  μαύρο φόρεμα της ενδυμασίας της περιοχής του Καβακλί, με κεντήματα στο στήθος και στον ποδόγυρο, και κάθετες πτυχώσεις, που φο-

ρούσαν πάνω από το πουκάμισο.

δισάκι = Υφαντή τσάντα με δύο σάκους

πουκάμισο= υφαντό φόρεμα,λευκό με σκούρα μπλε μανίκια και κεντήματα στην τραχηλιά , στα μανίκια και στον ποδόγυρο, που φορούσαν οι γυναίκες κάτω α-

πό την τσούκνα.

Θέριζ' η Άννου μοναχή, στην άκρα που του δρόμου,

περνούν Τούρκοι, περνούν Ρουμιοί και δεν τσ' καλημερνάει.

Περνούνε κι οι κατσίβελοι και την καλημερνάνε,

κι αυτή δεν τσ' καλημέρισε, να τσ' πει την καλημέρα.

Κι οι κατσιβέλοι θύμωσαν κι ούλοι πισωγυρίσαν

κι τ'ν άρπαξαν, κι τ'ν έσυραν, κι αυτή σκούζ' και φωνάζει.

Κάνας και δεν την άκουσε, κάνας δεν την ακούει,

ουδί      Τούρκους, ουδί Ρουμιός, ουδί κάνας δικός της.

Στα κάπουλα την έρξαν κι στου χουριό τς την πήγαν.

 

Τρία χρόνια την ήλιαζαν στον ήλιο, στο φεγγάρι,

το χρώμα να τ'ν αλλάξουνε κατσ'βέλλα να την κάμουν.

Τον τρίτο χρόνο πιάνουνε την δίνουν το δισάκι,

και στα χωριά την στέλνουνε να πάει να ζητιανέψει.

Από χωριό και σε χωριό, πάει και στο χωριό της,

πάει και στη μανούλα της, στην πόρτα στέκ' και λέγει:

-Σήκω κυρά μ' διακόνισε απ' τς Άννους τα πουκάμ'σα!

Σήκω κυρά μ' διακόνισε απ' τς Άννους τις μπριστίλκες!

Σήκω κυρά μ' διακόνισε τς Αννούλας σου τις τσούκνες!

 

Σαν τ' άκουσε μανούλα της πααίνει και την λέγει:

-Πού ξέρεις μαύρη γύφτισσα, οπού'χα γω Αννούλα.

Εγώ είμαι μάνα η Άννου σου, κοίτα και γνώρισέ με.

Κι αγκαλιαστήκαν ζωντανοί, χωρίσ'καν πεθαμένοι.

 

Αφήγηση, Δεληστογιάννη Μαρία, γεννηθείσα στο Καβακλί της Βόρειας Θράκης το 1904, κάτοικος Ξυλαγανής Ροδόπης.

 

μπριστίλκα=Η υφαντή ποδιά της περιοχής, από μαλλί, σε κόκκινο συνήθως χρώμα, και σχέδια υφασμένα σε κάθετη διάταξη.

τσούκνα=  Το υφαντό  μαύρο φόρεμα της ενδυμασίας της περιοχής του Καβακλί, με κεντήματα στο στήθος και στον ποδόγυρο, και κάθετες πτυχώσεις, που φο-

ρούσαν πάνω από το πουκάμισο.

δισάκι = Υφαντή τσάντα με δύο σάκους

πουκάμισο= υφαντό φόρεμα,λευκό με σκούρα μπλε μανίκια και κεντήματα στην τραχηλιά , στα μανίκια και στον ποδόγυρο, που φορούσαν οι γυναίκες κάτω α-

πό την τσούκνα.