Home Παραμύθια

Τυχαία Εικόνα

mod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_countermod_vvisit_counter
mod_vvisit_counterToday43
mod_vvisit_counterYesterday121
mod_vvisit_counterThis week218
mod_vvisit_counterLast week2074
mod_vvisit_counterThis month2366
mod_vvisit_counterLast month4135
mod_vvisit_counterAll days116003

Έχουμε: 42 επισκέπτες συνδεδεμένους
Your IP: 54.234.255.29
 , 
Today: Δεκ 12, 2017

Login



PDF Εκτύπωση E-mail

ΤΟΥ ΣΑΚΟΡΑΦΟΥ Η ΤΥΧΗ 

 

Έναν καιρό κι ένα ζαμάνι ήταν ένας σακοράφος, φτωχός πάμφτωχος. Όλα τον πήγαιναν απ΄ το κακό στο χειρότερο. Τα παιδιά του αρρώσταιναν, τα χρέη πλήθαιναν, τους θέριζε κι η πείνα. Νύχτα-μέρα έραφτε στ’ αργαστηρούδι του σακκιά, δούλευε χωρίς σταματημό για να τα βγάλει πέρα και τραγουδούσε τον ίδιο σκοπό:

“ Μονάχος μου την έκλεισα

   μονάχος μου την έκλεισα”.

Μια νύχτα περνούσε εκεί κοντά ένας άρχοντας, βλέπει φως στο παραθύρι, παραξενεύτηκε ποιός να δουλεύει τέτοιαν ώρα. Πλησιάζει, ακούει το σακοράφο να τραγουδά :

‘‘Μονάχος μου την έκλεισα,

   μονάχος μου την έκλεισα’’.

 

Ξαναπερνάει την άλλη μέρα, την παράλλη, ο σακοράφος τον ίδιο χαβά.

-Θα πα να τον ρωτήσω, λέει ο πλούσιος, γιατί τραγουδάει τούτα τα λόγια.

Τό’ πε και τό’ κανε. Μπαίνει στ’ αργαστήρι, βλέπει τον σακοράφο με το ραφίδι και το βελόνι στο χέρι, να τον θωρεί απορημένος.

-Καλώς ήρθες άρχοντα! Πώς από δώ;

-Βρε χριστιανέ μου, τρείς φορές που πέρασα απ’ έξω, σ’ ακούω να τραγουδάς τον ίδιο χαβά! Νά’ λεγες και τίποτα με νόημα; Πες με, για το Θεό, γιατί λες “μονάχος μου την έκλεισα”; Τί θες να πεις μ’αυτά τα λόγια;

-Άχ! Βαριαναστέναξε ο σακοράφος, είναι μεγάλη ιστορία άρχοντά μου! Κάτσε σε τούτο το σκαμνί να στη διηγηθώ. Εγώ που λες, πάντα ζούσα στερημένα. Όσο κι αν κόπιαζα, η ατυχία δε μ’άφηνε στιγμή. Δεν έφτανε η φτώχεια, πλάκωναν κι οι αρρώστειες. Παραπονιόμουν κι εγώ από καιρό για την κακή μου μοίρα .

Μια-δυο, μ’ άκουσαν οι Μοίρες, ένα βράδυ ήρθαν και με βρήκαν στον ύπνο μου! Κει που κοιμούμαν θωρώ τρείς έμορφες κυράδες.

-Συ είσαι που παραπονιέσαι για τη μοίρα σου; με ρώτησαν. Έλα να δεις τί φταίει, να κάνεις κάτι για το χάλι σου.

Μπροστά αυτές, πίσω εγώ, με πήγαν σ’ ένα λιβάδι γιομάτο βρύσες και βρυσούλες, αμέτρητες σαν τα άστρα τ’ ουρανού και σαν την άμμο του γιαλού.

-Σαν πόσες νά’ ναι τούτες οι βρύσες; ρώτησα.

-Όσες οι ζωές των ανθρώπων, μ’ αποκρίθηκαν.

Τηρούσα εγώ, άλλες έτρεχαν πολύ νερό, άλλες πιο λίγο, άλλες μια στάλα, άλλες καθόλου.

-Τί είν’ αυτές οι βρύσες κι άλλες τρέχουν, άλλες στάζουν, άλλες στερεύουν; ρωτώ.

-Είναι, με λέγουν, οι τύχες των ανθρώπων. Των καλορίζικων τρέχουν και κελαρύζουν, των κακορίζικων σταλάζουν ή στερεύουν.

Τηρώ πέρα, βλέπω μια βρυσούλα, μια έσταζε, μια δεν έσταζε! Πού και πού έπεφτε καμμιά σταλαματιά.

-Άραγε ποιανού φουκαρά νά’ ναι τούτη; λέγω στίς κυράδες, νά’ ναι κανάς γνωστός;

-Άχ! καημένε, με λέγουν, αυτή η βρυσούλα είναι η μοίρα η δικιά σου! Κοίτα τί θα κάνεις, να την ξεβουλώσεις ν’ ανοίξει η τύχη σου.

Ψάχνω κι εγώ να βρω κανά κλαδί να την ξεβουλώσω. Βρίσκω ένα, το χώνω στον κρουνό, το στρίβω, το σπρώχνω. Κει που κόντευα θαρρείς να την ξεβουλώσω, σπάει το ξύλο μές στον κρουνό, να το βγάλω δε μπορούσα. Η βρύση βούλωσε ολότελα. Κει που έσταζε λίγο, τώρα ούτε σταγόνα .

Ξυπνάω απότομα, το όνειρο στο νου μου σα ζωντανό. Όσο το σκεφτόμουνα τόσο με κακοφαίνονταν. Από κείνη την στιγμή ο καημός αυτός δε μ’ άφησε! Γι’ αυτό τραγουδώ ολημερίς:

 “Μονάχος μου την έκλεισα,

   μονάχος μου την έκλεισα”.

-Μην απελπίζεσαι μάστορα, τον παρηγόρησε ο άρχοντας. Μονάχος σου την έκλεισες, μονάχος σου θα την ανοίξεις. Έχει και χειρότερα..

Έφυγε σκεφτικός στ’ αρχοντικό του.

-Πώς να τον βοηθήσω αυτόν τον άνθρωπο; Λες να’ ναι η μοίρα του ή φταίει τίποτε άλλο; αναρωτιόταν.

Πάει στ’ αρχοντικό του, στέλνει και φέρνουν το φούρναρη. Τον δίνει ένα πουγγί πεντόλιρα και προστάζει:

-Ψήσε μια αρνίθα, παραγέμισ’ την με τα πεντόλιρα και πάν’ την στον τάδε το σακοράφο. Έλα μετά να με πείς τι έγινε. Μη τον πείς όμως, από ποιόν είναι.

Την ψήνει ο φούρναρης, την παραγεμίζει, την πάει.

-Κάποιος σε στέλνει την αρνίθα αυτή να δειπνήσεις με τη φαμελιά σου. Τη βλέπει ο σακοράφος, ήτανε να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει.

-Σ’ ευχαριστώ κυρ-φούρναρη σένα κι όποιον την έστειλε. Έχω όμως εννιά παιδιά, ποιός θα πρωτοφάει; Μια χαψιά θα την κάνουμε! Δεν την κρατάς ελόγου σου και να μας φέρεις τρία-τέσσερα ψωμιά καλαμποκίσια γι’ αντάλλαγμα, να φάμε να χορτάσουμε ψωμάκι που λιμάξαμε;

-Για αρνίθα γεμιστή είμαστε; λέει κι η γυναίκα του. Πώς να την φάμε χωρίς ψωμί;

-Όπως αγαπάτε, λέει ο φούρναρης. Τους πήγε τα ψωμιά, έφαε αυτός την αρνίθα καλά-καλά, τη φχαριστήθηκε, πήρε και τις λίρες,  πάει στον άρχοντα.

-Άρχοντα, τού’ πε, μ’ έδωσε εμένα την αρνίθα και γύρεψε γι’ αντάλλαγμα να του πάγω τέσσερα ψωμιά.

-Για να δούμε, λέγει ο άρχοντας, μήπως αυτό έτυχε έτσι! Αύριο φούρναρη, τον προστάζει, να ψήσεις μια πάπια μεγάλη παραγεμιστή, να φάνε να χορτάσουνε όλοι. Βάλε μέσα και τα φλουριά και κάνε όπως και με την αρνίθα. Έλα μετά να με πεις τι έγινε.

Ψήνει ο φούρναρης την πάπια παραγεμιστή, την πάει στο σακοράφο. Ήτανε να τρέχουν τα σάλια σου, μια μυρωδιά να λιγωθεί η γειτονιά.

-Για διές γυναίκα, λέει ο σακοράφος, αυτή σάμπως είναι μεγαλύτερη! Θα χορταίναμε μ’ αυτήν, αλλά να φάμε σήμερα κι αύριο νά’ μαστε νηστικοί;

-Καλά λες άντρα μου.

-Δεν την κρατάς κι αυτήν κυρ φούρναρη να μας φέρεις ψωμί για μια βδομάδα κι άς είν’ και καλαμποκίσιο, να πορέψουμε λίγες μέρες παραπάνω;

-Όπως αγαπάτε, κυρ-σακοράφε.

Έφαγε ο φούρναρης και την πάπια με τη φαμελιά του, τη φχαριστήθηκαν, γλύφανε και τα δάχτυλά τους. Πήγε ένα τσουβάλι ψωμιά στο σακοράφο κι ύστερα παρουσιάστηκε στον άρχοντα, με το πουγγί τις λίρες στο χέρι.

-Τον έψησα αφέντη μια πάπια, άλλο πράμα! Με το αλάτι της, με το πιπέρι της, με κάστανα, καρύδια, συκωτάκια, με τα όλα της! Μήτε που τη λιμπίστηκε μόν’ ζήτησε γι’ αντάλλαγμα ψωμιά για μια βδομάδα!

Τον πλήρωσε ο άρχοντας για τον κόπο του και τον είπε να μην πει τίποτα σε κανέναν.

Έσπαζε το κεφάλι του, τί να κάμει. Αυτός ο σακοράφος μόνο αν τα βρει μπροστά του τα φλουριά θα τα πάρει, σκέφτηκε. Εγώ του τά’ κρυψα μες στην αρνίθα και την πάπια! Πού να τον κόψει!

Φωνάζει το λοιπόν ένα δούλο, τον δίνει το πουγγί με τα πεντόλιρα .

-Σήμερα το βράδυ, να παραφυλάξεις έξω απ’ του σακοράφου τ’ αργαστήρι, να διεις ποιό δρόμο παίρνει για να πάει σπίτι του. Πάει από κάτω απ’ το γιοφυράκι, γιά από πάνω απ’ το μονοπάτι. Σα μάθεις, αύριο βράδυ, να βάλεις την ώρα που περνάει αυτός, μεσοδρομής το πουγγί με τα φλουριά, να δούμε θα το πάρει ή δε θα σκύψει να το πάρει. Κρύψου κάπου νά δεις τί θα γίνει και νά’ ρθεις να με πεις.

Φεύγει ο δούλος, πάει παραφυλάει έξω απ’ τ’ αργαστήρι. Πέρασε η ώρα, αργά τη νύχτα βγαίνει ο σακοράφος απ’ την πόρτα, μουρμουρώντας το χαβά  “μονάχος μου την έκλεισα”, παίρνει το κάτω το δρομί και περνάει το γεφυράκι.

Το άλλο βράδυ απίθωσε ο δούλος το πουγγί καταμεσής στο γεφυράκι και κρύφτηκε από κάτω. Να κι ο σακοράφος στην ώρα του ερχότανε κατά το γιοφυράκι. Μόλις ήτανε να τ’ ανεβεί σταμάτησε και μονολογούσε:

-Τόσα χρόνια κάθε βράδυ διαβαίνω απ’ αυτό το δρόμο. Δεν πάω σήμερα απ’ τον άλλο; και λοξοδρόμησε για το μονοπάτι.

 

Πήρε ο δούλος το πουγγί, πάει στον άρχοντα :

-Αφέντη, το’ βαλα στο γεφυράκι που περνάει κάθε βράδυ τόσα χρόνια, και μόλις ήτανε να τ’ ανεβεί είπε “τόσα χρόνια περνάω απ’ αυτό το δρόμο, δεν πάω σήμερα απ’ τον άλλο”; Κι έφυγε.

 Τούτος ο άνθρωπος, σκέφτηκε ο άρχοντας είναι να τραβάς τα μαλλιά σου. Άς δοκιμάσω ακόμα μια φορά μπας και το βρει.

-Ξαναβάλτο κι αύριο βράδυ στο γιοφυράκι, πρόσταξε τον δούλο.

Έπεσε το σκοτάδι, βγήκε το φεγγάρι, βγήκε κι ο σακοράφος απ’ την τρύπα του, φτάνει μπροστά στο γιοφύρι:

-Ά! Στο καλό τ’ !Τόσα χρόνια, κάθε βράδυ περνώ μ’ ανοιχτά  μάτια. Δεν το περνώ σήμερα με κλειστά μπας κι αλλάξει το γούρι μου; μονολογούσε.

Ο δούλος από κάτω τον άκουγε, δεν πίστευε στ’ αυτιά του! Θάμαξε ο άνθρωπος!

Κει που προχωρούσε ο σακοράφος, σκοντάφτει το πόδι του στο πουγγί!

-Άει από δω παλιοσίδερα, είπε! Του φτωχού το βρέσιμο για καρφί, για πέταλο, και τό’ δωσε μια κλωτσιά να πάει παρακεί.

Παίρνει ο δούλος το πουγγί, πάει στον άρχοντα .

-Τι έγινε;

-Τι να σε πω άρχοντά μου; Έτσι κι έτσι έγινε!

-Αυτός βρε παιδί μου σκάει γάιδαρο, είπε ο άρχοντας. Ότι και να τον κάνουμε, τίποτα. Θα πα να τον βρω να τον περιλάβω .

…………

 

 

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

 

Σακοράφος = μπαλωματής ιστίων, υποδημάτων, σάκκων, κ.λ.π. Σύνεργά του η χοντρή βελόνα «σακοράφα», και ο κερωμένος σπάγγος , το «ραφίδι».

ζαμάνι(το)=ο καιρός <τουρκ.zaman

χαβάς(ο)=σκοπός, μελωδία, επαναλαμβανόμενο μουσικό μοτίβο >τουρκ. hava.

στερημένα(επιρρ.)=φτωχικά

θα πά = θα πάω (θρακ. ιδίωμα )

σακοράφα(η)=μεγάλη χοντρή βελόνα για σακκιά και στρώματα

ραφίδι (το)= ο σπάγγος (αρχ. λέξη, ραφίδιον, ραφίς )

αρνίθα(η)=η κότα >αρχ. όρνις. Τ’αρνίθια= οι κότες.

ξίκ’ς (ο)=ξίκης, ο λειψός, ο ελλειποβαρής (τουρκ. eksik)  

τον περιλαβαίνει= αρχίζει να του τα ψέλνει, τον μαλώνει.

βρέσιμο(το)=το εύρημα.

 

Μοίρες ή Τύχες(οι)=Σύμφωνοι με τις λαικές δοξασίες είναι τρείς γυναίκες που επισκέπτονται τα νεογέννητα βρέφη και τα μοιραίνουν, δηλ. καθορίζουν με καλές ή κακές ευχές τη ζωή τους, το πεπρωμένο τους .

Οι γονείς για να τις καλοπιάσουν ή να τις εξευμενίσουν έχουν στρωμένο τραπέζι με γλυκίσματα στο δωμάτιο του μωρού.

Στη Θεογονία του Ησιόδου, οι τρεις Μοίρες είναι η Κλωθώ, που κλώθει το υφάδι της ζωής, η Λάχεσις , το τυχαίο που λαχαίνει σε κάθε άνθρωπο, κι η Άτροπος, το αναπότρεπτο στοιχείο στον ανθρώπινο βίο.            

Αρνίθα παραγεμιστή =  Στον Ε’ τόμο του έργου « Βυζαντινών βίος και πολιτισμός » του Φ. Κουκουλέ περιγράφονται λεπτομερώς τα πολυτελή βασιλικά γεύματα όπου κυρίαρχη θέση έχουν τα παραγεμιστά εδέσματα , όπως όρνιθες γεμιστές με ψάρια  ή όρνιθες εμβαπτισμένες σε εύοσμο κρασί και γεμισμένες με αμύγδαλα και ποικίλα άλλα υλικά . Τα γεμιστά φαγητά με όρνιθα, πάπια, χήνα, αρνί, έντερο βοδινό ή χοιρινό, κ.ά. αποτελούν γιορτινά πιάτα σ’ όλη τη  Μ. Ασία, τη Θράκη, και τα Βαλκάνια γενικότερα. Στην παραδοσιακή μαγειρική στη γέμιση χρησιμοποιούνται όπως και στους βυζαντινούς, πλιγούρι ή ρύζι, κρεμμύδι, κιμάς, ψιλοκομμένα εντόσθια, κουκουνάρια, κανέλλα, σταφίδες, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα, πιπέρι, κι αρωματικά βότανα. Τα παραγεμιστά φαγητά είναι γνωστά και στην Αρχαία Ελλάδα, σύμφωνα με τους Δειπνοσοφιστές του Αθήναιου (βλ. Σ Μπόζη, Καππαδοκία, Ιωνία, Πόντος, Γεύσεις και Παραδόσεις).

 

 

  ΣΧΟΛΙΑ

 

 

Το παραμύθι  βασίζεται σε αφήγηση  της γιαγιάς μου Δόμνας. Το άκουσε, όπως και πολλά άλλα, από τις μεγάλες γυναίκες που παστάλιαζαν τα καπνά, στην Κορύτα Καβάλας , καταγωγής  από χωριά της περιφέρειας Γάνου και Χώρας.

 

Σε παραλλαγή απ’ την Αγχίαλο που διασώζει στον όγδοο τόμο της Β! σειράς των «Θρακικών» ο Θ. Κιλμπασάνης, ο σακοράφος είναι σκουπάς ενώ τα υπόλοιπα μέρη του παραμυθιού είναι παρόμοια .

 

Ο Χρόνης Αηδονίδης από την Καρωτή Διδυμοτείχου, ο γνωστός κορυφαίος ερμηνευτής των θρακικών τραγουδιών, μου αφηγήθηκε το ίδιο παραμύθι, όπως το άκουσε από τον Αδριανουπολίτη παππού του.

«Τις μεγάλες κρύες νύχτες του χειμώνα, μαζεμένοι μικροί- μεγάλοι στο καφενείο, λέγαν στον ξακουστό μασαλτζή της Καρωτής:

-Παππού Σωτήρη πες μας κανένα μασάλι, κι αυτός άρχιζε τα παραμύθια .

Ήταν ένας τσαγκάρης που δούλευε από τη νύχτα μέχρι τη νύχτα, μα χαΐρι και προκοπή δεν έβλεπε. Πότε το παιδί του ήταν άρρωστο, πότε το’ να, πότε τ’ άλλο. Απ’ τις πολλές τις ατυχίες παραμιλούσε «δε θέλει, δε θέλει», κι εννούσε δε θέλει η τύχη να τον βοηθήσει.

Μια μέρα τον άκουσε ένας πλούσιος και σαν έμαθε γιατί παραμιλούσε, σκέφτηκε να τον βοηθήσει να δει αν πράγματι υπάρχει τύχη. Του στέλνει μια μπουγάτσα με χάσικο αλεύρι, τυρί κι αυγά, και κάτω απ’ τη ζύμη κρύβει καμμιά εικοσαριά πεντόλιρα .

-Μωρέ, λέει ο τσαγκάρης, τα παιδιά που συνήθισαν να τρών σίκαλη και κριθάρι να τα ταΐσω αυτό, να με ζητάν κάθε μέρα; και την αλλάζει με ψωμιά.

Του βάζει στο γεφυράκι ένα πουγγί, το διασκελνάει.

-Τούτος παραείναι άτυχος, σκέφτεται

-Έλα δω του λέει, γιατί τα’βαλα με την τύχη σου.

Τον πάει σ’ ένα τσιφλίκι ποτιστικό.

-Πάρε μια πέτρα, ρίξ’ την όσο μακριά μπορείς. Όσα μέτρα πάει, τόσο μέρος μπρός, πίσω, δεξιά κι αριστερά θα’ναι δικό σου.

Πιάνει αυτός μια πέτρα, παίρνει φόρα, γλίστρισε, χτυπάει η πέτρα σ’ ένα δέντρο και γυρνάει πίσω και τον χτυπάει στο κεφάλι. Πάρ’ τον κάτω.»

Ο κύκλος του παραμυθιού τελειώνει, όχι με το « ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», αλλά επιβεβαιώνοντας  πανάρχαιες δοξασίες  για το αναπόφευκτο του  πεπρωμένου, με κωμικό και χαριτωμένο τρόπο.  

 

Σε παραλλαγή από την Κιουτάχεια της Φρυγίας, που μου αφηγήθηκε η Κατίνα Καραγαβριηλίδου, ο βασιλιάς παρακολουθώντας κάθε νύχτα τους υπηκόους του, ακούει έναν μπαλωματή να τραγουδάει με το ρυθμό που χτυπούσε το σφυρί στα παπούτσια :

« Σούβαντουμ, τούκαντουμ,

   τούκ, τούκ, τούκ », δηλαδή,

« Τη βούλωσα, τη σφράγισα,

    τούκ, τούκ, τούκ ».

Μαθαίνει την αιτία του μονότονου τραγουδιού, στέλνει μια χήνα γεμιστή με λίρες, κι ακολουθούν τα επεισόδια πανομοιότυπα με την παραλλαγή του σακοράφου.